καβάτζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: cabaça

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καβάτζα καβάτζες
γενική καβάτζας
αιτιατική καβάτζα καβάτζες
κλητική καβάτζα καβάτζες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καβάτζα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καβάτζα θηλυκό

  1. (λαϊκότροπο) απόθεμα που μπαίνει στην άκρη για να χρησιμοποιηθεί αργότερα
  2. (λαϊκότροπο) μια εναλλακτική λύση
    όταν δεν εφαρμόζεται το αρχικό μου σχέδιο, αναγκάζομαι να στραφώ σε κάτι άλλο, σε μια καβάτζα, για την οποία έχω φροντίσει προηγουμένως

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]