καβαλιέρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καβαλιέρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καβαλιέρος < (άμεσο δάνειο) βενετική cavalier < υστερολατινική caballarius (ιππέας) < λατινική caballus (άλογο)[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.vaˈʎe.ɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐βα‐λιέ‐ρος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καβαλιέρος αρσενικό
- ο άνδρας που χορεύει μαζί με μια γυναίκα
- ο συνοδός μιας γυναίκας σε μια γιορτή ή άλλη κοινωνική εκδήλωση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ καβαλιέρος - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- καβαλιέρος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καβαλιέρος < (άμεσο δάνειο) βενετική cavalier ή (άμεσο δάνειο) ιταλική cavaliero
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καβαλιέρος θηλυκό (και σήμερα σε χρήση με διαφορετική σημασία)
- ιππέας, ιππότης
- ※ 17ος αιώνας Μαρίνος Τζάνες Μπουνιαλής, Ο Κρητικός Πόλεμος, 167, στίχ. 9 (9-10) @dimodis.greeklanguage.gr
- Μὰ τότες ἐφανήκανε ποιοί ’τον οἱ καβαλιέροι,
Ρωμαῖοι ἄξοι τοῦ σπαθιοῦ, παπαδοκαλογέροι.- Στυλιανός Αλεξίου & Μάρθα Αποσκίτη (επιμ.), Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή του Ρεθυμναίου, Ο Κρητικός Πόλεμος (1645-1669), Στιγμή, Αθήνα 1995.
- Μὰ τότες ἐφανήκανε ποιοί ’τον οἱ καβαλιέροι,
- ※ 17ος/18ος αιώνας, ⌘ Πέτρος Κατσαΐτης, Κλαυθμός Πελοποννήσου προς Ελλάδα, Μέρος Β', στίχ. 669 (667-670)
- Ποῦ εἶναι οἱ μινίστροι, οἱ ἀββοκάτοι,
πὀρχόντανε συχνὰ εἰς τὸ παλάτι;
οἱ καβαλιέροι, πού ʼσαν στὸ παζάρι,
ποὺ σὄκαναν στολὴ κιʼ ὥριο καμάρι;- Εμμανουήλ Κριαράς, Κατσαΐτης: Ιφιγένεια - Θύεστης, Κλαθμός Πελοποννήσου, ανέκδοτα έργα. Κριτική έκδοση με εισαγωγή, σημειώσεις και γλωσσάριο, Αθήνα 1950, (1η έκδοση), σελ. 251
- ΣτΕ: Το έργο Κλαυθμός Πελοποννήσου προς Ελλάδα αναφέρεται στα γεγονότα της κατάκτησης της Πελοποννήσου από τους Τούρκους και ειδικότερα στην άλωση του Ναυπλίου (10 Ιουλίου 1715).
- Ποῦ εἶναι οἱ μινίστροι, οἱ ἀββοκάτοι,
- ※ 17ος αιώνας Μαρίνος Τζάνες Μπουνιαλής, Ο Κρητικός Πόλεμος, 167, στίχ. 9 (9-10) @dimodis.greeklanguage.gr
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλιτικοί τύποι
[επεξεργασία]- καβαλιέροι (ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- καβαλιεροσύνη
- → και δείτε τις λέξεις καβαλικεύω, καβαλικεύγω και καβαλῶ
Πηγές
[επεξεργασία]- καβαλιέρος - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
- σελ.188, Τόμος 7 - ⌘ Κριαράς, Εμμανουήλ. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α-… (1969-). Επιμελητές: Τόμοι 1-14, Κριαράς. Τόμοι 15-22, Ιωάννης Ν. Καζάζης. Τόμοι 23-… Γ. Κ. Γιαννάκης. Πολυτονικό σύστημα: τόμοι 1-4, μονοτονικό: τόμοι 5-τέλος, pdf.Βιβλιογραφία. Οι τόμοι 1-18 στα Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
- Δημώδης Γραμματεία στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2015. Από τον Διγενή Ακρίτη (12ος αιώνας) έως την πτώση της Κρήτης (1669)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα υστερολατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα βενετικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Δάνεια από τα ιταλικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (μεσαιωνικά κρητικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά κρητικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)