καβαλικεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καβαλικεύω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καβαλικεύω

  1. δείτε τη λέξη: καβαλώ
  2. ανεβαίνω σε ζώο, κάθομαι καβάλα, γνωρίζω ιππασία
  3. (μεταφορικά) επιβάλλομαι σε κάποιον και τον κάνω όπως θέλω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]