καβαλώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καβαλώ < μεσαιωνική ελληνική καβαλῶ < καβάλα < βενετική cavala / υστερολατινική caballa < λατινική caballus

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καβαλώ/καβαλάω, αόρ.: καβάλησα, παθ.φωνή: καβαλιέμαι, π.αόρ.: καβαλήθηκα, μτχ.π.π.: καβαλημένος

  1. ανεβαίνω στη ράχη ενός ζώου (αλόγου, μουλαριού, γαϊδουριού) ιππεύω
  2. βρίσκομαι καθισμένος σε ένα αντικείμενο με τα δυο μου πόδια να κρέμονται από τις δύο πλευρές του, με τρόπο δηλαδή που θυμίζει το καβαλίκεμα ενός αλόγου
  3. συνουσιάζομαι ενεργητικά με

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. αποκτώ πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου και νομίζω ότι είμαι ικανός για πράγματα που ξεπερνούν τις δυνατότητές μου
  2. τρελαίνομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]