καβγαδάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καβγαδάκι καβγαδάκια
γενική
αιτιατική καβγαδάκι καβγαδάκια
κλητική καβγαδάκι καβγαδάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καβγαδάκι < καβγάς + κατάληξη υποκοριστικού -άκι < τουρκική kavga < < οθωμανικά τουρκικά غوغا (ğavğa, kavga) < περσική غوغا (ğouğâ, ğavğâ: θόρυβος, φιλονικία) < غو (ğav: κραυγή, φωνασκία)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καβγαδάκι ουδέτερο (και καυγαδάκι)

  1. υποκοριστικό του: καβγάς
    μόλις είχε το πρώτο ερωτικό καβγαδάκι

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ερωτικό καβγαδάκι: ειρωνικά για μικροκαβγαδάκια που καταλήγουν σε συμφιλίωση

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

καβγαδάκι - καβγαδάκι ο έρωτας δεν ζει
πρέπει να χωρίσουμε δεν κάνουμε μαζί. (ελληνικό λαϊκό τραγούδι)

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε καβγάς