καβγαδάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καβγαδάκι καβγαδάκια
γενική
αιτιατική καβγαδάκι καβγαδάκια
κλητική καβγαδάκι καβγαδάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καβγαδάκι < καβγάς, καβγάδ(ες) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kav.ɣaˈða.ci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καβγαδάκι ουδέτερο

  • ερωτικός μικροκαβγάς χωρίς σοβαρές συνέπειες
    μόλις είχε το πρώτο ερωτικό καβγαδάκι
    καβγαδάκι - καβγαδάκι ο έρωτας δεν ζει
    πρέπει να χωρίσουμε, δεν κάνουμε μαζί.
    (ελληνικό λαϊκό τραγούδι)

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε καβγάς