Μετάβαση στο περιεχόμενο

καβουρμάς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καβουρμάς οι καβουρμάδες
      γενική του καβουρμά των καβουρμάδων
    αιτιατική τον καβουρμά τους καβουρμάδες
     κλητική καβουρμά καβουρμάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Καβουρμάς

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καβουρμάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική kavurma + -ς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καβουρμάς αρσενικό

  1. (γαστρονομία) χοιρινό κρέας (σπάλα, στήθος, πλευρά), τεμαχισμένο σε μικρά κομμάτια, τσιγαρισμένο σε πολύ σιγανή φωτιά, το οποίο διατηρείται μέσα σε λίπος
    ※  Πεντανόστιμα ορεκτικά όπως λαχταριστούς πρασοκεφτέδες, αγιορείτικη μελιτζανοσαλάτα, τηγανιά, καβουρμά με αυγά και πιπεριές και -φυσικά- τα πιο απολαυστικά γιαπράκια! (Πρώτο Θέμα, 07/02/2024 )
  2. (φαγητό) κρέας τηγανισμένο με βούτυρο και κρεμμύδι

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]