καβουρντίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καβουρντίζω < τουρκική kavurdı, τρίτο ενικό πρόσωπο αορίστου του ρήματος kavurmak

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καβουρντίζω

  1. ψήνω ανακατεύοντάς τους διαρκώς κόκκους καφέ ή σπόρους δημητριακών (π.χ. αμύγδαλα) σε μεγάλη θερμοκρασία
  2. (κυριολεκτικά) ή (μεταφορικά) τσιγαρίζω
  3. (μεταφορικά) καίω, παραψήνω
    Τους καβούρντισε ο ήλιος, όπως κάθονταν όλη μέρα στην ακροθαλασσιά.

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]