Μετάβαση στο περιεχόμενο

καγιανάς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Καγιανάς

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καγιανάς οι καγιανάδες
      γενική του καγιανά των καγιανάδων
    αιτιατική τον καγιανά τους καγιανάδες
     κλητική καγιανά καγιανάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καγιανάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική kaygana < περσική خاگینه (khâgine, "ομελέτα")

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.ʝaˈnas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: καγιανάς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καγιανάς αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]