καγιανάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καγιανάς καγιανάδες
γενική καγιανά καγιανάδων
αιτιατική καγιανά καγιανάδες
κλητική καγιανά καγιανάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καγιανάς < τουρκική kaygana < περσική خاگینه (khâgine, "ομελέτα")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καγιανάς αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]