καγκελόφραχτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καγκελόφραχτος < κάγκελο + φράζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

καγκελόφραχτος, -η, -ο

  1. που είναι φραγμένος με κάγκελα
    η καγκελόφραχτη αυλή


Μεταφράσεις[επεξεργασία]