καημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καημένος καημένη καημένο
γενική καημένου καημένης καημένου
αιτιατική καημένο καημένη καημένο
κλητική καημένε καημένη καημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καημένοι καημένες καημένα
γενική καημένων καημένων καημένων
αιτιατική καημένους καημένες καημένα
κλητική καημένοι καημένες καημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καημένος < παθητική μετοχή του καίω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

καημένος -η -ο

  1. καμένος
  2. χαρακτηρισμός που δηλώνει οίκτο
    βρε τον καημένο, τι έπαθε!
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κακόμοιρος

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • (σπάνιο) καϋμένος (από το κεκαυμένος)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]