καθίημι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθίημι < κατά + ἵημι

Ρήμα[επεξεργασία]

καθίημι (παθητική φωνή: καθίεμαι)

  1. ρίχνω κάτι με φορά προς τα κάτω
  2. κατεβάζω
  3. κατεβαίνω
  4. φθάνω
  5. χτυπώ

Κλίση[επεξεργασία]