καθίστημι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθίστημι < κατά και ἵστημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθίστημι (μέση και παθητική φωνή: καθίσταμαι)

  1. (μεταβατικό, δηλ. στον ενεστ., παρατ., μέλλοντα και αόρ. ενεργ. φωνής και μερικές φορές στον ενεστ. μέσης φωνής) σημαίνει τα εξής:
    κατέστησε τύραννον εἶναι παῖδα τὸν ἑωυτοῦ
    ὁμήρους τε τῶν παραμεινάντων Ἀθηναίων καὶ μὴ αὐτίκα φυγόντων παῖδας λαβὼν καὶ καταστήσας ἐς Νάξον (πήρε ομήρους τους γιους των Αθηναιων που είχαν παραμείνει και δεν είχαν εγκαταλείψει την πόλη αμέσως, και τους εγκατέστησε στη Νάξο)
    κρητῆρα καθίστα (άσε κάτω το δοχείο)
    νῆα κατάστησον (φέρτε το πλοίο στη στεριά)
    Κροῖσε, τίς σε ἀνθρώπων ἀνέγνωσε ἐπὶ γῆν τὴν ἐμὴν στρατευσάμενον πολέμιον ἀντὶ φίλου ἐμοὶ καταστῆναι; (Κροίσε, ποιός άνδρας σε έπεισε να εκστρατεύσεις εναντίον της γης μου και εχθρό να με κάνεις αντί για φίλο;)
    φονέα με φησὶ καθεστάναι
  2. (αμετάβατο, δηλ. αορ. β΄, παρακειμ. υπερσ. ενεργ. φωνής και στους χρόνους της μέσης φωνής εκτός από τον αορ. α΄ καθώς και της παθ. φωνής)
    στρατηλάτης νέος καταστάς
    καταστὰς ἐπὶ τὸ πλῆθος ἔλεγε...
    ἔμφρων καθίσταται
    οἱ καθεστῶτες νόμοι
    οἳ τότε Τιτήνεσσι κατέσταθεν (όρθωσαν το ανάστημά τους στους Τιτάνες)
    ὅταν ἡ λίμνη καταστῇ
    ὁ θόρυβος κατέστη
    ...οὐκ ἠθέλησα πράξασθαι πλέον ἢ ὅσου ἐμοὶ κατέστησαν (και αρνήθηκα να χρεώσω παραπάνω από όσο μου είχαν στοιχίσει)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ἡ καθεστηκυῖα ἡλικία: η μέση ηλικία ( οἱ καθεστηκότες = οι μεσήλικες)
  • ἕως τὰ πράγματα κατασταίη : όταν ηρεμήσουν τα πράγματα
  • τίς ἂν καθεστηκὼς φήσαιε : ποιος λογικός άνθρωπος θα <το> έλεγε <αυτό>
  • τὰ καθεστῶτα: το τωρινό καθεστώς στη ζωή, όπως έχουν τώρα τα πράγματα


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]