καθαίρεση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθαίρεση < καθαιρώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθαίρεση θηλυκό

  1. η στέρηση αξιώματος, ο υποβιβασμός, το ξήλωμα
    Το Πατριαρχείο αποφάσισε την καθαίρεση ενός επισκόπου
  2. το κατέβασμα, η αφαίρεση, η απομάκρυνση μιας κατασκευής, τμήματος κτιρίου κ.λπ.
    Ο δήμος προχώρησε στην καθαίρεση διαφημιστικών πινακίδων από κοινόχρηστους χώρους.
    Χτες έγινε καθαίρεση των ορόφων του κτίσματος, με διατήρηση της εξωτερικής όψης.
    Ως πιο αποτελεσματική μέθοδος για την πλήρη καθαίρεση του εργοστασίου, επιλέχτηκε το γκρέμισμα κάθε πτέρυγας με μια αιωρούμενη σιδερένια μπάλα.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]