Μετάβαση στο περιεχόμενο

καθαρίζω κάποιον σαν αβγό

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καθαρίζω κάποιον σαν αβγό <  δείτε τις λέξεις καθαρίζω και αβγό

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.θaˈɾi.zo ˈka.pçon san‿aˈvɣo/

Έκφραση

[επεξεργασία]

καθαρίζω κάποιον σαν αβγό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • αβγό - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)