καθαρτήριος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καθαρτήριος καθαρτήρια καθαρτήριο
γενική καθαρτήριου καθαρτήριας καθαρτήριου
αιτιατική καθαρτήριο καθαρτήρια καθαρτήριο
κλητική καθαρτήριε καθαρτήρια καθαρτήριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καθαρτήριοι καθαρτήριες καθαρτήρια
γενική καθαρτήριων καθαρτήριων καθαρτήριων
αιτιατική καθαρτήριους καθαρτήριες καθαρτήρια
κλητική καθαρτήριοι καθαρτήριες καθαρτήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθαρτήριος < ελληνιστική κοινή καθαρτήριος < αρχαία ελληνική καθαίρω < καθαρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καθαρτήριος, -α, -ο

  1. που συντελεί στον καθαρμό, στον εξαγνισμό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εξαγνιστικός
  2. (ουσιαστικοποιημένο) καθαρτήριο: (καθολική εκκλησία) τόπος όπου καθαίρονται και εξαγνίζονται οι αμαρτωλές ψυχές, πριν περάσουν στον παράδεισο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πουργκατόριο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]