καθαρτικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

καθαρτικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθαρτικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική): γενική ονομασία ομάδας φαρμάκων που η δράση τους βοηθά στην εκκένωση του στομάχου ή του εντέρου.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • τα καθαρτικά ανάλογα της δράσης τους διακρίνονται σε εκείνα που αυξάνουν τον όγκο των κοπράνων, σε μαλακτικά των κοπράνων, σε διεγερτικά της εντερικής κινητικότητας, σε αλατούχα και σε ωσμωτικώς δρώντα. Χορηγούνται σε οξεία δυσκοιλιότητα, ανεξάρτητα παθολογικής κατάστασης, σε δηλητηριάσεις, σε θεραπευτικούς σκοπούς (πριν από εγχείρηση), καθώς και σε διαγνωστικούς σκοπούς και ιδιαίτερα σε περιπτώσεις αποφυγής κάποιας προσπάθειας αν συντρέχει ειδικός λόγος π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]