καθετήρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καθετήρας καθετήρες
γενική καθετήρα καθετήρων
αιτιατική καθετήρα καθετήρες
κλητική καθετήρα καθετήρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθετήρας < ελληνιστική κοινή καθετήρ < αρχαία ελληνική καθίημι < ἵημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθετήρας αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]