καθημερινός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καθημερινός η καθημερινή το καθημερινό
      γενική του καθημερινού της καθημερινής του καθημερινού
    αιτιατική τον καθημερινό την καθημερινή το καθημερινό
     κλητική καθημερινέ καθημερινή καθημερινό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καθημερινοί οι καθημερινές τα καθημερινά
      γενική των καθημερινών των καθημερινών των καθημερινών
    αιτιατική τους καθημερινούς τις καθημερινές τα καθημερινά
     κλητική καθημερινοί καθημερινές καθημερινά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθημερινός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή καθημερινός[1] < καθ' ἡμέραν (κατά + ἡμέρα)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.θi.me.ɾiˈnos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κα‐θη‐με‐ρι‐νός

Επίθετο[επεξεργασία]

καθημερινός, -ή, -ό

  1. που συμβαίνει, γίνεται ή εμφανίζεται κάθε μέρα
    για μένα το ξύρισμα είναι καθημερινή συνήθεια
    αυτός στο μαγαζί μας είναι καθημερινός
  2. που σχετίζεται με τις εργάσιμες μέρες και όχι τις γιορτές
     αντώνυμα: γιορτινός, επίσημος
    έβγαλε το κουστούμι και ξαναφόρεσε τα καθημερινά του ρούχα
  3. συνηθισμένος
    ο καφές είναι μια από τις καθημερινές απολαύσεις

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και δείτε τη λέξη ημέρα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική καθημερινός καθημερινή τὸ καθημερινόν
      γενική τοῦ καθημερινοῦ τῆς καθημερινῆς τοῦ καθημερινοῦ
      δοτική τῷ καθημεριν τῇ καθημεριν τῷ καθημεριν
    αιτιατική τὸν καθημερινόν τὴν καθημερινήν τὸ καθημερινόν
     κλητική ! καθημερινέ καθημερινή καθημερινόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ καθημερινοί αἱ καθημεριναί τὰ καθημερινᾰ́
      γενική τῶν καθημερινῶν τῶν καθημερινῶν τῶν καθημερινῶν
      δοτική τοῖς καθημερινοῖς ταῖς καθημεριναῖς τοῖς καθημερινοῖς
    αιτιατική τοὺς καθημερινούς τὰς καθημερινᾱ́ς τὰ καθημερινᾰ́
     κλητική ! καθημερινοί καθημεριναί καθημερινᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ καθημερινώ τὼ καθημερινᾱ́ τὼ καθημερινώ
      γεν-δοτ τοῖν καθημερινοῖν τοῖν καθημεριναῖν τοῖν καθημερινοῖν
2η κλίση, Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Πηγές[επεξεργασία]