Μετάβαση στο περιεχόμενο

καθησυχάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καθησυχάζω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα καθησυχάζω < ελληνιστική κοινή καθησυχάζω[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε καθ- + ησυχάζω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.θi.siˈxa.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: καθησυχάζω

καθησυχάζω, πρτ.: καθησύχαζα, στ.μέλλ.: θα καθησυχάσω, αόρ.: καθησύχασα, μτχ.π.π.: καθησυχασμένος

  1. (μεταβατικό) πείθω ή προσπαθώ να πείσω κάποιον ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί
      Επαψε έτσι σταδιακά να είναι ένας απλός αγκιτάτορας, έμαθε ποιοι είναι οι κρίσιμοι πόλοι εξουσίας (πρόεδρος Χίντενμπουργκ, βιομήχανοι, Ράιχσβερ, κ.ά.), αλλά και πώς θα μπορούσε, αν όχι να τους προσεταιριστεί, τουλάχιστον να τους καθησυχάσει, ώστε να μην τους έχει απέναντί του.
    Ανδρέας Παππάς, Από την μπιραρία στην καγκελαρία, Το Βήμα, 7 Νοεμβρίου 2023
  2. (αμετάβατο) παύω να ανησυχώ
     συνώνυμα: ηρεμώ

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. καθησυχάζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. καθησυχάζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καθησυχάζω < καθ- + ἡσυχάζω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.θi.syˈxa.zo/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: καθησυχάζω

καθησυχάζω (ελληνιστική κοινή)