καθησυχάζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καθησυχάζω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα καθησυχάζω < ελληνιστική κοινή καθησυχάζω[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε καθ- + ησυχάζω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.θi.siˈxa.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐θη‐συ‐χά‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]καθησυχάζω, πρτ.: καθησύχαζα, στ.μέλλ.: θα καθησυχάσω, αόρ.: καθησύχασα, μτχ.π.π.: καθησυχασμένος
- (μεταβατικό) πείθω ή προσπαθώ να πείσω κάποιον ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί
- ※ Επαψε έτσι σταδιακά να είναι ένας απλός αγκιτάτορας, έμαθε ποιοι είναι οι κρίσιμοι πόλοι εξουσίας (πρόεδρος Χίντενμπουργκ, βιομήχανοι, Ράιχσβερ, κ.ά.), αλλά και πώς θα μπορούσε, αν όχι να τους προσεταιριστεί, τουλάχιστον να τους καθησυχάσει, ώστε να μην τους έχει απέναντί του.
- Ανδρέας Παππάς, Από την μπιραρία στην καγκελαρία, Το Βήμα, 7 Νοεμβρίου 2023
- ※ Επαψε έτσι σταδιακά να είναι ένας απλός αγκιτάτορας, έμαθε ποιοι είναι οι κρίσιμοι πόλοι εξουσίας (πρόεδρος Χίντενμπουργκ, βιομήχανοι, Ράιχσβερ, κ.ά.), αλλά και πώς θα μπορούσε, αν όχι να τους προσεταιριστεί, τουλάχιστον να τους καθησυχάσει, ώστε να μην τους έχει απέναντί του.
- (αμετάβατο) παύω να ανησυχώ
Παράγωγα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | καθησυχάζω | καθησύχαζα | θα καθησυχάζω | να καθησυχάζω | καθησυχάζοντας | |
| β' ενικ. | καθησυχάζεις | καθησύχαζες | θα καθησυχάζεις | να καθησυχάζεις | καθησύχαζε | |
| γ' ενικ. | καθησυχάζει | καθησύχαζε | θα καθησυχάζει | να καθησυχάζει | ||
| α' πληθ. | καθησυχάζουμε | καθησυχάζαμε | θα καθησυχάζουμε | να καθησυχάζουμε | ||
| β' πληθ. | καθησυχάζετε | καθησυχάζατε | θα καθησυχάζετε | να καθησυχάζετε | καθησυχάζετε | |
| γ' πληθ. | καθησυχάζουν(ε) | καθησύχαζαν καθησυχάζαν(ε) |
θα καθησυχάζουν(ε) | να καθησυχάζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | καθησύχασα | θα καθησυχάσω | να καθησυχάσω | καθησυχάσει | ||
| β' ενικ. | καθησύχασες | θα καθησυχάσεις | να καθησυχάσεις | καθησύχασε | ||
| γ' ενικ. | καθησύχασε | θα καθησυχάσει | να καθησυχάσει | |||
| α' πληθ. | καθησυχάσαμε | θα καθησυχάσουμε | να καθησυχάσουμε | |||
| β' πληθ. | καθησυχάσατε | θα καθησυχάσετε | να καθησυχάσετε | καθησυχάστε | ||
| γ' πληθ. | καθησύχασαν καθησυχάσαν(ε) |
θα καθησυχάσουν(ε) | να καθησυχάσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω καθησυχάσει | είχα καθησυχάσει | θα έχω καθησυχάσει | να έχω καθησυχάσει | ||
| β' ενικ. | έχεις καθησυχάσει | είχες καθησυχάσει | θα έχεις καθησυχάσει | να έχεις καθησυχάσει | ||
| γ' ενικ. | έχει καθησυχάσει | είχε καθησυχάσει | θα έχει καθησυχάσει | να έχει καθησυχάσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε καθησυχάσει | είχαμε καθησυχάσει | θα έχουμε καθησυχάσει | να έχουμε καθησυχάσει | ||
| β' πληθ. | έχετε καθησυχάσει | είχατε καθησυχάσει | θα έχετε καθησυχάσει | να έχετε καθησυχάσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν καθησυχάσει | είχαν καθησυχάσει | θα έχουν καθησυχάσει | να έχουν καθησυχάσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ καθησυχάζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ καθησυχάζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.θi.syˈxa.zo/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐θη‐συ‐χά‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]καθησυχάζω (ελληνιστική κοινή)
- (επιτατικό) καθησυχάζω, ησυχάζω τελείως
Κλίση
[επεξεργασία]
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Πηγές
[επεξεργασία]- καθησυχάζω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (καθαρεύουσα)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (καθαρεύουσα)
- Λέξεις με πρόθημα καθ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα καθ- (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ρήματα (ελληνιστική κοινή)
- Ρηματικές φωνές (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Επιτατικοί όροι (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)