καθιερωθείς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθιερωθείς < μετοχή αορίστου του ρήματος καθιερώνω (καθαρεύουσα)

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

καθιερωθείς, καθιερωθείσα, καθιερωθέν

  • που έχει καθιερωθεί κατά το παρελθόν, που αποτελεί πάγια συνήθεια, έθιμο, ο παραδοσιακός, ο συνηθισμένος
    οι καθιερωθέντες όροι
    η κατάργηση των καθιερωθέντων αρχών
    τα καθιερωθέντα με πράξη του 1972 κίνητρα...
    τοκαθιερωθέν πρόγραμμα/σύστημα
    τον καθιερωθέντα ως οσιομάρτυρα (εκκλησιαστική ορολογία)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]