καθικέτευση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καθικέτευση καθικετεύσεις
γενική καθικέτευσης
& καθικετεύσεως
καθικετεύσεων
αιτιατική καθικέτευση καθικετεύσεις
κλητική καθικέτευση καθικετεύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθικέτευση < καθαρεύουσα καθικέτευσις < καθικετεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθικέτευση θηλυκό

  1. η ενέργεια του καθικετεύω, έντονη ικεσία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]