καθιστώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθιστώ < αρχαία ελληνική καθίστημι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καθιστώ, πρτ.: καθιστούσα, στ.μέλλ.: θα καταστήσω, αόρ.: κατέστησα, παθ.φωνή: καθίσταμαι, μτχ.π.π.: κατεστημένος

  1. κάνω κάτι ή κάποιον να έχει μια ιδιότητα
    Με τη διαθήκη του καθιστά κληρονόμους του τα παιδιά της αδερφής του
    πρέπει να του το καταστήσουμε σαφές το ότι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια
    την κατέστησε έγκυο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]