καθοδηγητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καθοδηγητής καθοδηγητές
γενική καθοδηγητή καθοδηγητών
αιτιατική καθοδηγητή καθοδηγητές
κλητική καθοδηγητή καθοδηγητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθοδηγητής < καθοδηγ(ώ) + -ητής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθοδηγητής αρσενικό, καθοδηγήτρια θηλυκό

  1. αυτός που καθοδηγεί κάποιον, του δείχνει τον δρόμο, τον συμβουλεύει
  2. ανώτερο στέλεχος κομμουνιστικού κόμματος που καθοδηγεί μια οργάνωση, της εξηγεί την πολιτική γραμμή του κόμματος και κατευθύνει τη δράση της
    συνώνυμα: καθοδήγηση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]