καθολικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καθολικός < αρχαία ελληνική καθολικός < καθόλου <καθ' όλου

Open book 01.svg Επίθετο[]

καθολικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται σε ή περιλαμβάνει όλα τα μέλη ενός συνόλου
    η καθολική αντίσταση του λαού απέναντι στον κατακτητή
  2. (θρησκεία) σχετικός με τον καθολικισμό
    η Καθολική Εκκλησία, το καθολικό δόγμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ρωμαιοκαθολικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καθολικός αρσενικό

  1. ο πιστός του καθολικισμού