καθομολογώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καθομολογώ < αρχαία ελληνική καθομολογέω
Ρήμα
[επεξεργασία]καθομολογώ (παθητική φωνή: καθομολογούμαι)
- (λόγιο) αποδέχομαι (ενόρκως), δεσμεύομαι, ομολογώ
Συγγενικά
[επεξεργασία]- καθομολογημένος
- καθομολόγηση
- καθομολογία
- → δείτε τις λέξεις κατά, ομολογώ, ομού και λέγω
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | καθομολογώ | καθομολογούσα | θα καθομολογώ | να καθομολογώ | καθομολογώντας | |
| β' ενικ. | καθομολογείς | καθομολογούσες | θα καθομολογείς | να καθομολογείς | (καθομολόγει) | |
| γ' ενικ. | καθομολογεί | καθομολογούσε | θα καθομολογεί | να καθομολογεί | ||
| α' πληθ. | καθομολογούμε | καθομολογούσαμε | θα καθομολογούμε | να καθομολογούμε | ||
| β' πληθ. | καθομολογείτε | καθομολογούσατε | θα καθομολογείτε | να καθομολογείτε | καθομολογείτε | |
| γ' πληθ. | καθομολογούν(ε) | καθομολογούσαν(ε) | θα καθομολογούν(ε) | να καθομολογούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | καθομολόγησα | θα καθομολογήσω | να καθομολογήσω | καθομολογήσει | ||
| β' ενικ. | καθομολόγησες | θα καθομολογήσεις | να καθομολογήσεις | καθομολόγησε | ||
| γ' ενικ. | καθομολόγησε | θα καθομολογήσει | να καθομολογήσει | |||
| α' πληθ. | καθομολογήσαμε | θα καθομολογήσουμε | να καθομολογήσουμε | |||
| β' πληθ. | καθομολογήσατε | θα καθομολογήσετε | να καθομολογήσετε | καθομολογήστε | ||
| γ' πληθ. | καθομολόγησαν καθομολογήσαν(ε) |
θα καθομολογήσουν(ε) | να καθομολογήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω καθομολογήσει | είχα καθομολογήσει | θα έχω καθομολογήσει | να έχω καθομολογήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις καθομολογήσει | είχες καθομολογήσει | θα έχεις καθομολογήσει | να έχεις καθομολογήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει καθομολογήσει | είχε καθομολογήσει | θα έχει καθομολογήσει | να έχει καθομολογήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε καθομολογήσει | είχαμε καθομολογήσει | θα έχουμε καθομολογήσει | να έχουμε καθομολογήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε καθομολογήσει | είχατε καθομολογήσει | θα έχετε καθομολογήσει | να έχετε καθομολογήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν καθομολογήσει | είχαν καθομολογήσει | θα έχουν καθομολογήσει | να έχουν καθομολογήσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καθομολογώ
|
|