καθορίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθορίζω < αρχαία ελληνική καθορίζω < κατά + ὁρίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καθορίζω

  1. ορίζω, προσδιορίζω με ακρίβεια, συχνά κατά τρόπο επίσημο και οριστικό
    Οι δύο συναρμόδιοι υπουργοί συσκέφτηκαν για να καθορίσουν το ύψος του πλαφόν για τα καύσιμα.
  2. αποτελώ πολύ σημαντικό χαρακτήρα για την πορεία και την τελική μορφή που αποκτά κάτι
    οι σκληρές συνθήκες της παιδικής του ηλικίας καθόρισαν το χαρακτήρα του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]