καθρέπτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθρέπτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καθρέπτης → και δείτε τη λέξη καθρέφτης

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kaˈθɾe.ptis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κα‐θρέ‐πτης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθρέπτης αρσενικό

Πηγές[επεξεργασία]

  • «καθρέφτης» (& καθρέπτης) - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθρέπτης < → δείτε τη λέξη καθρέφτης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθρέπτης αρσενικό

Κλιτικοί τύποι[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]