καθυστερημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καθυστερημένος καθυστερημένη καθυστερημένο
γενική καθυστερημένου καθυστερημένης καθυστερημένου
αιτιατική καθυστερημένο καθυστερημένη καθυστερημένο
κλητική καθυστερημένε καθυστερημένη καθυστερημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καθυστερημένοι καθυστερημένες καθυστερημένα
γενική καθυστερημένων καθυστερημένων καθυστερημένων
αιτιατική καθυστερημένους καθυστερημένες καθυστερημένα
κλητική καθυστερημένοι καθυστερημένες καθυστερημένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθυστερημένος <
  1. μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καθυστερώ
  2. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική retardé
  3. συνεκδοχικά από την πάθηση

Μετοχή[επεξεργασία]

καθυστερημένος αρσενικό, καθυστερημένη θηλυκό, καθυστερημένο ουδέτερο

  • που έρχεται ή γίνεται μετά από την καθορισμένη χρονική στιγμή
συνάντησα κίνηση κι έφτασα στο ραντεβού καθυστερημένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]