καθυστερημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καθυστερημένος καθυστερημένη καθυστερημένο
γενική καθυστερημένου καθυστερημένης καθυστερημένου
αιτιατική καθυστερημένο καθυστερημένη καθυστερημένο
κλητική καθυστερημένε καθυστερημένη καθυστερημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καθυστερημένοι καθυστερημένες καθυστερημένα
γενική καθυστερημένων καθυστερημένων καθυστερημένων
αιτιατική καθυστερημένους καθυστερημένες καθυστερημένα
κλητική καθυστερημένοι καθυστερημένες καθυστερημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθυστερημένος <
  1. μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καθυστερώ
  2. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική retardé
  3. συνεκδοχικά από την πάθηση

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

καθυστερημένος αρσενικό, καθυστερημένη θηλυκό, καθυστερημένο ουδέτερο

  • που έρχεται ή γίνεται μετά από την καθορισμένη χρονική στιγμή
συνάντησα κίνηση κι έφτασα στο ραντεβού καθυστερημένος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]