καθωσπρεπισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καθωσπρεπισμός καθωσπρεπισμοί
γενική καθωσπρεπισμού καθωσπρεπισμών
αιτιατική καθωσπρεπισμό καθωσπρεπισμούς
κλητική καθωσπρεπισμέ καθωσπρεπισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθωσπρεπισμός < καθωσπρέπει

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθωσπρεπισμός αρσενικό

  1. η συμπεριφορά που είναι πολύ καθώς πρέπει, που ακολουθεί τυφλά και συχνά υποκριτικά αυτό που θεωρείται κοινωνικά αποδεκτό


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]