καθωσπρεπισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καθωσπρεπισμός οι καθωσπρεπισμοί
      γενική του καθωσπρεπισμού των καθωσπρεπισμών
    αιτιατική τον καθωσπρεπισμό τους καθωσπρεπισμούς
     κλητική καθωσπρεπισμέ καθωσπρεπισμοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθωσπρεπισμός < καθωσπρέπει

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθωσπρεπισμός αρσενικό

  1. η συμπεριφορά που είναι πολύ καθώς πρέπει, που ακολουθεί τυφλά και συχνά υποκριτικά αυτό που θεωρείται κοινωνικά αποδεκτό

καθωσπρεπεισµός (ο) (κακόσ.) η εµµονή σε ό,τι είναι κοινωνικώς αποδεκτό, στα αυστηρά πρότυπα (κυρ. συµπεριφοράς και εµφάνισης) και η οποιαδήποτε σχετική εκδήλωση: στον αντίποδα τού λαϊκισµού ορισµένων βρίσκεται ο ~ ορισµένων άλλων ΣΥΝ. σοβαροφάνεια.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]