καιρικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | καιρικός | η | καιρική | το | καιρικό |
| γενική | του | καιρικού | της | καιρικής | του | καιρικού |
| αιτιατική | τον | καιρικό | την | καιρική | το | καιρικό |
| κλητική | καιρικέ | καιρική | καιρικό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | καιρικοί | οι | καιρικές | τα | καιρικά |
| γενική | των | καιρικών | των | καιρικών | των | καιρικών |
| αιτιατική | τους | καιρικούς | τις | καιρικές | τα | καιρικά |
| κλητική | καιρικοί | καιρικές | καιρικά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καιρικός < (ελληνιστική κοινή)
Επίθετο
[επεξεργασία]καιρικός, -ή, -ό
- σχετικός με τον καιρό, τα μετεωρολογικά φαινόμενα
- οι καιρικές συνθήκες
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καιρικός < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]καιρικός
Πηγές
[επεξεργασία]- καιρικός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.