Μετάβαση στο περιεχόμενο

καιόμενος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καιόμενος η καιόμενη το καιόμενο
      γενική του καιόμενου της καιόμενης του καιόμενου
    αιτιατική τον καιόμενο την καιόμενη το καιόμενο
     κλητική καιόμενε καιόμενη καιόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καιόμενοι οι καιόμενες τα καιόμενα
      γενική των καιόμενων των καιόμενων των καιόμενων
    αιτιατική τους καιόμενους τις καιόμενες τα καιόμενα
     κλητική καιόμενοι καιόμενες καιόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Μετοχή

[επεξεργασία]

καιόμενος, -η, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Μετοχή

[επεξεργασία]

καιόμενος, -η, -ον

γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική καιόμενος καιομένη τὸ καιόμενον
      γενική τοῦ καιομένου τῆς καιομένης τοῦ καιομένου
      δοτική τῷ καιομέν τῇ καιομέν τῷ καιομέν
    αιτιατική τὸν καιόμενον τὴν καιομένην τὸ καιόμενον
     κλητική ! καιόμενε καιομένη καιόμενον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ καιόμενοι αἱ καιόμεναι τὰ καιόμεν
      γενική τῶν καιομένων τῶν καιομένων τῶν καιομένων
      δοτική τοῖς καιομένοις ταῖς καιομέναις τοῖς καιομένοις
    αιτιατική τοὺς καιομένους τὰς καιομένᾱς τὰ καιόμεν
     κλητική ! καιόμενοι καιόμεναι καιόμεν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ καιομένω τὼ καιομέν τὼ καιομένω
      γεν-δοτ τοῖν καιομένοιν τοῖν καιομέναιν τοῖν καιομένοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λυόμενος' όπως «λυόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές