κακεντρέχεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κακεντρέχεια κακεντρέχειες
γενική κακεντρέχειας κακεντρεχειών
αιτιατική κακεντρέχεια κακεντρέχειες
κλητική κακεντρέχεια κακεντρέχειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κακεντρέχεια < ελληνιστική κοινή κακεντρέχεια < κακεντρεχής < αρχαία ελληνική κακός + ἐντρεχής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κακεντρέχεια θηλυκό

  • το να είναι κάποιος κακεντρεχής, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του κακεντρεχούς, η μη αντικειμενική κακή γνώμη ή μειωτική δράση εναντίον κάποιου που δεν είναι ανάξιος όπως τον χαρακτηρίζει ο κακεντρεχής, αλλά αντίθετα η σκληρή στάση του επικριτή προκύπτει από ζήλια, ανταγωνισμό, υποστήριξη άλλης ομάδας και αρχών, εσφαλμένη αρχική κρίση που παγιώθηκε, προληπτική στάση βάσει κλισέ ή άλλης φύσης μη ένταξη σε αρεστό ή γνωστό πρότυπο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]