κακοήθης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κακοήθης κακοήθης κακόηθες
γενική κακοήθους κακοήθους κακοήθους
αιτιατική κακοήθη κακοήθη κακόηθες
κλητική κακοήθη(ς) κακοήθης κακόηθες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κακοήθεις κακοήθεις κακοήθη
γενική κακοήθων κακοήθων κακοήθων
αιτιατική κακοήθεις κακοήθεις κακοήθη
κλητική κακοήθεις κακοήθεις κακοήθη

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κακοήθης < αρχαία ελληνική κακοήθης < κακός + ἦθος (3. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική malin)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.kɔ.ˈi.θis/

Επίθετο[επεξεργασία]

κακοήθης, -ης, -ες

  1. (για άνθρωπο) που έχει κακή και ανήθικη σκέψη και συμπεριφορά
  2. (για συμπεριφορά) που εκπορεύεται ή αφορά έναν τέτοιον άνθρωπο
  3. (μεταφορικά) (ιατρική) χαρακτηρισμός ασθένειας που εξελίσσεται άσχημα και ενίοτε θανατηφόρα
    • Συνολικά μπορούμε να πούμε ότι τα κακοήθη νεοπλάσματα είναι ουσιωδώς νοσήματα φθοράς και για τον λόγο αυτόν εμφανίζονται αυξανόμενα με την πρόοδο της ηλικίας. (*)
    • Η ελληνίδα ερευνήτρια προσέθεσε ότι προηγούμενες μελέτες έχουν συνδέσει το σολάριουμ και με το κακόηθες μελάνωμα, την πιο θανατηφόρο μορφή καρκίνου του δέρματος. (*)
    • Η θεραπεία των συμπαγών κακοήθων όγκων της παιδικής ηλικίας (οστών, νευρικού συστήματος, λεμφωμάτων) γίνεται με τη χρήση κυττάρων του ίδιου του παιδιού. (*)

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]