κακοβαλμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κακοβαλμένος κακοβαλμένη κακοβαλμένο
γενική κακοβαλμένου κακοβαλμένης κακοβαλμένου
αιτιατική κακοβαλμένο κακοβαλμένη κακοβαλμένο
κλητική κακοβαλμένε κακοβαλμένη κακοβαλμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κακοβαλμένοι κακοβαλμένες κακοβαλμένα
γενική κακοβαλμένων κακοβαλμένων κακοβαλμένων
αιτιατική κακοβαλμένους κακοβαλμένες κακοβαλμένα
κλητική κακοβαλμένοι κακοβαλμένες κακοβαλμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κακοβαλμένος < κακο- + βαλμένος[1]

Μετοχή[επεξεργασία]

κακοβαλμένος, -η, -ο

  1. που είναι βαλμένος σε κακή θέση, δεν έχει τοποθετηθεί σωστά
  2. που δεν έχει ντυθεί σωστά ή κομψά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]