κακοκαρδίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κακοκαρδίζω < κακός + καρδιά + -ίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

κακοκαρδίζω

  1. στενοχωρώ κάποιον π.χ. λέγοντάς του μια άσχημη κουβέντα, μη κάνοντάς του ένα χατίρι
    ※  Τους είχα ανάγκη όλους αυτούς τους ανθρώπους, δεν ήθελα να τους κακοκαρδίσω. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]