Μετάβαση στο περιεχόμενο

κακομάζαλος

Από Βικιλεξικό

Κρητικά (el-crt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κακομάζαλος < κακο- + -μάζαλος < αρχαία ελληνική μάσσω (ζυμώνω) ή εβραϊκή מַזָּל (maźźal, τύχη) + -ος  δείτε το μεσαιωνικό κακομάζαλος

Επίθετο

[επεξεργασία]

κακομάζαλος, -η, -ο

  • Κασσωτάκης Μιχάλης, (2021), Το γλωσσικό ιδίωμα των κατοίκων του οροπεδίου Λασιθίου, Αθήνα: Έκδοση του Συνδέσμου Λασιθιωτών Ηρακλείου «ΤΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ», (αρχική έκδοση 2018) pdf σελ.340



Κυπριακά (el-cyp)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κακομάζαλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κακομάζαλος

Επίθετο

[επεξεργασία]

κακομάζαλος, -η, -ον



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κακομάζαλος < (< κακός) + -μάζαλος < μάζαλ(η) ή εβραϊκή מַזָּל (maźźal, τύχη) + -ος

Επίθετο

[επεξεργασία]

κακομάζαλος

  • κακόμοιρος, δυστυχισμένος
      14ος αιώνας, Συναξάριον τοῦ τιμημένου γαδάρου, ανωνύμου, στίχ. 3 (1-3)
    Ὁ γάδαρος ὁ ταπεινὸς καὶ περιφρονημένος
    καὶ πάντα κακοῤῥίζικος ἔτυχεν εἰς αὐθέντη
    πτωχὸν καὶ κακομάζαλον, κακὰ δυστυχισμένον·
    W. Wagner, (επιμ.) Carmina graeca medii aevi, Λειψία 1874, p. 112-123 (εκδίδει κατά τον κώδικα Vindobonensis theol. gr. 244 και από τη βενετσιάνικη έκδοση του 1871)
      15ος αιώνας, Γαδάρου, λύκου κι ἀλουποῦς διήγησις ὡραία ή Ἡ Φυλλάδα τοῦ γαδάρου, ανωνύμου, στίχ. 290, (287-290), στο Carmina graeca Medii Aevi, ed. Wilhelm Wagner, in aedibvs B.G. Tevbneri, Λειψία 1874, p. 124-140
    λοιπὸν ὡσὰν ἀπέσωσα εἰς τὸ βουνὶ ἀπάνω,
    ἐκάθισα νʼ ἀναπαυθῶ, καμπόσο νʼ ἀνασάνω,
    γιὰ νὰ γροικήσω καὶ τὴν γρᾶν αὐτὴν τὴν κακομοίραν,
    αὐτὴν τὴν κακομάζαλην κατακαϋμένην χήραν.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]
  • κακομάζαλον (αιτιατική ενικού αρσενικού γένους, ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού ουδετέρου γένους)
  • κακομάζαλην (αιτιατική ενικού θηλυκού γένους)

Απόγονοι

[επεξεργασία]

κακομάζαλος (μεσαιωνικά ελληνικά)

κρητικά: κακομάζαλος
κυπριακά: κακομάζαλος