κακομοίρικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κακομοίρικος κακομοίρικη κακομοίρικο
γενική κακομοίρικου κακομοίρικης κακομοίρικου
αιτιατική κακομοίρικο κακομοίρικη κακομοίρικο
κλητική κακομοίρικε κακομοίρικη κακομοίρικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κακομοίρικοι κακομοίρικες κακομοίρικα
γενική κακομοίρικων κακομοίρικων κακομοίρικων
αιτιατική κακομοίρικους κακομοίρικες κακομοίρικα
κλητική κακομοίρικοι κακομοίρικες κακομοίρικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κακομοίρικος < κακομοίρης + -ικος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κακομοίρικος, -η, -ο

  • (οικείο) που έχει σχέση με τον κακομοίρη, αναφέρεται ή ταιριάζει σ' αυτόν ή τον χαρακτηρίζει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]