Μετάβαση στο περιεχόμενο

κακοποίησις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κακοποίησῐς αἱ κακοποιήσεις
      γενική τῆς κακοποιήσεως τῶν κακοποιήσεων
      δοτική τῇ κακοποιήσει ταῖς κακοποιήσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν κακοποίησῐν τὰς κακοποιήσεις
     κλητική ! κακοποίησῐ κακοποιήσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κακοποιήσει
γεν-δοτ τοῖν  κακοποιησέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κακοποίησις (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική κακοποιέω, κακοποιη- + -σις. Μορφολογικά αναλύεται σε κακο- + -ποίησις
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: κακοποίηση (με ειδικότερη σημασία)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κακοποίησις θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις κακός και ποιέω