κακουχία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κακουχία οι κακουχίες
      γενική της κακουχίας των κακουχιών
    αιτιατική την κακουχία τις κακουχίες
     κλητική κακουχία κακουχίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κακουχία < αρχαία ελληνική κακουχία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κακουχία θηλυκό

  1. οτιδήποτε ταλαιπωρεί και έχει σαν αποτέλεσμα την πρόκληση κακής σωματικής ή ψυχικής κατάστασης

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • χρησιμοποιείται περισσότερο στον πληθυντικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κακουχία < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κακουχία θηλυκό

  1. κακομεταχείριση
  2. η κακή κατάσταση
    Συνώνυμα καχεξία