κακουχία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κακουχία κακουχίες
γενική κακουχίας κακουχιών
αιτιατική κακουχία κακουχίες
κλητική κακουχία κακουχίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κακουχία < αρχαία ελληνική κακουχία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κακουχία θηλυκό

  1. οτιδήποτε ταλαιπωρεί και έχει σαν αποτέλεσμα την πρόκληση κακής σωματικής ή ψυχικής κατάστασης

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • χρησιμοποιείται περισσότερο στον πληθυντικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κακουχία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κακουχία θηλυκό

  1. κακομεταχείριση
  2. η κακή κατάσταση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα καχεξία