κακούργημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κακούργημα κακουργήματα
γενική κακουργήματος κακουργημάτων
αιτιατική κακούργημα κακουργήματα
κλητική κακούργημα κακουργήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κακούργημα < αρχαία ελληνική κακούργημα < κακουργέω < κακοῦργος < κακός + ἔργον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κακούργημα ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]