κακόκαρδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κακόκαρδος κακόκαρδη κακόκαρδο
γενική κακόκαρδου κακόκαρδης κακόκαρδου
αιτιατική κακόκαρδο κακόκαρδη κακόκαρδο
κλητική κακόκαρδε κακόκαρδη κακόκαρδο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κακόκαρδοι κακόκαρδες κακόκαρδα
γενική κακόκαρδων κακόκαρδων κακόκαρδων
αιτιατική κακόκαρδους κακόκαρδες κακόκαρδα
κλητική κακόκαρδοι κακόκαρδες κακόκαρδα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κακόκαρδος < κακό- + καρδ(ιά) -ος

Επίθετο[επεξεργασία]

κακόκαρδος -η -ο

  • άτομο που έχει κακή καρδιά, που τρέφει για τους συνανθρώπους του φθόνο και κακία

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]