κακώς κείμενα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]κακώς κείμενα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- (λόγιο, για πράξεις ανθρώπων) λάθη, παραπτώματα, παρατυπίες που συνεχίζουν να υπάρχουν π.χ. η διαφθορά
- ※ Έτσι τα κακώς κείμενα, οι αντιφάσεις, οι δυσλειτουργίες, οι ανεπιείκιες και οι αδικίες του κόσμου δεν θα αίρονταν ως δια μαγείας και από μόνες του (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)