Μετάβαση στο περιεχόμενο

κακῶς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κακῶς < κᾰκ(ός) + -ῶς.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.kɔ̂ːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: κᾰκῶς

Επίρρημα

[επεξεργασία]

κακῶς (ᾰ) (τροπικό επίρρημα)

Απόγονοι

[επεξεργασία]

κακῶς (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: κακῶς
νέα ελληνικά: κακῶς, κακώς