καλάι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλάι < τουρκική kalay < αραβική قلعى (kalai, κασσίτερος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλάι ουδέτερο άκλιτο

  1. συγκολλητικό κράμα κασσίτερου με μόλυβδο, χαλκό ή άργυρο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]