καλένδες

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική καλένδες
γενική καλενδών
αιτιατική καλένδες
κλητική καλένδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλένδες < μεσαιωνική ελληνική καλένδαι < ελληνιστική κοινή καλάνδαι < λατινική calendae / kalendae < calo (από τη φράση «kalo Iuno Covella»=calo Juno Covella) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kelh₁- (καλώ, φωνάζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλένδες θηλυκό μόνο στον πληθυντικό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • παραπέμπω κάτι στις καλένδες ή παραπέμπω κάτι στις ελληνικές καλένδες: αναβάλλω κάτι επ’ αόριστον, ουσιαστικά ματαιώνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]