καλέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλέω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kelh₁- / *kl̥h₁- (καλώ, φωνάζω) (ρίζα καλ, κατά μετάθεση κλα και με έκταση κλη)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καλέω-καλῶ ( & αιολικός τύπος κάλημι)

  1. καλώ, προσκαλώ, συγκαλώ
    καλῶν ἐπὶ δεῖπνον, ἐς ἔρανον, ἐς θοίνην
    ὑπὸ σοῦ κεκλημένος (ο καλεσμένος)
  2. αποκαλώ, ονομάζω
    ὥς σφας καλοῦμεν Εὐμενίδας
    καλούμενος: ο λεγόμενος
  3. είμαι
    ἐμὸς γαμβρὸς καλέεσθαι (είσαι ο γαμπρός μου)
    οὕνεκα σὴ παράκοιτις κέκλημαι (είμαι η γυναίκα σου)
  4. απαιτείται, το καλεί μια ανώτατη αρχή, παραδοχή, έθιμο
    καλεῖ ἡ τάξις
    καιρὸς καλεῖ  : το κάλεσμα των καιρών, οι απαιτήσεις της εποχής
  5. εγκαλώ, καταγγέλλω
    καλεῖσθαί τινα π.χ. ὕβρεως (για ύβρι)
  6. επικαλούμαι
    τοὺς θεοὺς καλούμεθα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]