Μετάβαση στο περιεχόμενο

καλίγιον

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καλίγιον < καλίγα / καλλίγα < λατινική caliga < calceus < calx < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα (s)kel- (στρογγυλός, καμπυλωτός)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καλίγιον ουδέτερο

  1. είδος παπουτσιού
      13ος/14ος αιώνας Πουλολόγος, ανωνύμου, στίχ. 350 (349-350), στο Carmina graeca Medii Aevi, ed. Wilhelm Wagner, in aedibvs B.G. Tevbneri, 1874, σ. 179—198
    μᾶλλον τοὺς κλέπτας μέμφομαι καὶ λέγω κλέπτης, κλέπτης,
    μισέρη, κλέπτης, πιάσε τον, ὅτι παίρνει τὰ καλίγια.
  2. ράβδος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]
  • καλίγια (ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ καλίγιον τὰ καλίγι
      γενική τοῦ καλιγίου τῶν καλιγίων
      δοτική τῷ καλιγί τοῖς καλιγίοις
    αιτιατική τὸ καλίγιον τὰ καλίγι
     κλητική ! καλίγιον καλίγι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  καλιγίω
γεν-δοτ τοῖν  καλιγίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καλίγιον (ελληνιστική κοινή) ήδη από τον 4ο αιώνα κε < (άμεσο δάνειο) λατινική caliga

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καλίγιον ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]