καλαβρέζικα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλαβρέζικα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλαβρέζικα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

καλαβρέζικα

  1. ουδέτερο του καλαβρέζικος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού