καλαμπαλίκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καλαμπαλίκι τα καλαμπαλίκια
      γενική του καλαμπαλικιού των καλαμπαλικιών
    αιτιατική το καλαμπαλίκι τα καλαμπαλίκια
     κλητική καλαμπαλίκι καλαμπαλίκια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλαμπαλίκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kalabalık < αραβική غلبة (galaba)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλαμπαλίκι ουδέτερο

  1. πλήθος
     συνώνυμα: κοσμοσυρροή, όχλος
  2. θόρυβος που προκαλείται από το συγκεντρωμένο πλήθος
     συνώνυμα: οχλαγωγία, οχλοβοή, φασαρία, χάβρα
  3. (πληθυντικός) καλαμπαλίκια: σωρός ευτελών αντικειμένων
  4. (πληθυντικός) καλαμπαλίκια: (λαϊκότροπο) όρχεις
     συνώνυμα: αχαμνά, αμελέτητα, μαλακά
  5. (αργκό) αλισβερίσι, δοσοληψία
    "καλαμπαλίκι να γίνεται"
  6. (αργκό) ο όρχις

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]