καλαμποκάλευρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλαμποκάλευρο καλαμποκάλευρα
γενική καλαμποκάλευρου καλαμποκάλευρων
αιτιατική καλαμποκάλευρο καλαμποκάλευρα
κλητική καλαμποκάλευρο καλαμποκάλευρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλαμποκάλευρο < καλαμπόκι + αλεύρι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλαμποκάλευρο ουδέτερο

  1. αλεύρι από καλαμπόκι
    Το ψωμί μοιραζόταν με το δελτίο -τριάντα δράμια ανά άτομο- κι ήταν σαν λάσπη, φτιαγμένο από καλαμποκάλευρο, χαρουπάλευρο, έως και σκουπάλευρο! (Το γκουρμέ της Κατοχής, εφ. Ελευθεροτυπία, 23/5/2010)
    Η μπομπότα που έτρωγε στην Κατοχή -που ήταν νέος και ωραίος-, εκείνος ο χυλός από καλαμποκάλευρο που χόρταινε την πείνα του, «το νοστιμότερο πράμα στον κόσμο!» (Comfort food, εφ. Ελευθεροτυπία, 3/1/2010)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]